Ο όρος γλαυκός (από το λατινικό glaucus, από το αρχαίο ελληνικό γλαυκός (γλαύκος) «γαλαζοπράσινος, γαλαζοπράσινος») χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ωχρή γκρίζα ή γαλαζοπράσινη εμφάνιση των επιφανειών ορισμένων φυτών, καθώς και σε ονόματα πτηνών, όπως ο γλαυκογλάρονος (Larus hyperboreus), ο γλαυκοπτέρυγος (Larus glaucescens), ο γλαυκομάχος (Anodorhynchus glaucus) και ο γλαυκοτσικνιάς (Thraupis glaucocolpa). Ο όρος glaucous χρησιμοποιείται επίσης βοτανικά ως επίθετο για να σημαίνει «καλυμμένος με μια γκριζωπή, γαλαζωπή ή υπόλευκη κηρώδη επίστρωση ή άνθιση που τρίβεται εύκολα» (π.χ. γλαυκά φύλλα).Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του glaucous ως ονομασία χρώματος στα αγγλικά ήταν το έτος 1671.